Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Ζωή χωρίς πυξίδα

 Πρέπει να φύγεις από δω που σ' έχουνε προδώσει...

Στίχοι: Θανάσης Βορδός
Μουσική: Θεόδωρος Χατζηχρήστος  
Ερμηνεία: Θεόδωρος Χατζηχρήστος

Το χθες ήτανε βάσανο, το σήμερα εφιάλτης
χωρίς πυξίδα το αύριο, πορεία της απάτης
στην καταιγίδα μοναχός, ψάχνεις για ηλιαχτίδα
να παίξεις με το θάνατο την πιο σκληρή παρτίδα

Χωμένη σε υπόγειο τούνελ, η ύπαρξη σου
σκοτάδι μαύρο στη καρδιά, ανήμπορη η ψυχή σου
ψάχνεις να βρεις μια δίοδο να νιώσεις τον αέρα
τη θλίψη έχεις αδερφή, τη μοναξιά μητέρα!

Περιπλανώμενη ζωή, που πας χωρίς ελπίδα;
νόμιζες πως θα γλίτωνες του κόσμου την παγίδα;
Μέσα σε θάλαμο στενό σε έχουν κλειδωμένη
μονόπρακτο το δράμα σου, οι θεατές στημένοι

Μα τώρα βλέπεις καθαρά, το τέλος πλησιάζει
τον έπαιξες το ρόλο σου, κανείς δε σε κοιτάζει
πρέπει να φύγεις από δω που σ' έχουνε προδώσει
το αίμα σου καθώς κυλά, τη δίψα τους θα σώσει!


(Η πρώτη δημοσίευση των στίχων βρίσκεται εδώ)

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Η παρέλαση του νέου παλιού

Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα Νέο...
 
 
Στίχοι: Bertolt Brecht (Διασκευή: Παναγιωτης Ξηρουχάκης)
Μουσική: Λάμπρος Βενέτης
Ερμηνεία: Pornostroika Dadaifi
 

Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα Νέο.
Σέρνονταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί και βρωμούσε νέες
μυρουδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει.
Η πέτρα που πέρασε κατρακυλώντας ήταν η νεότερη εφεύρεση
Και τα ουρλιαχτά από τους γορίλες που βαράγανε τα στήθια τους συνθέτανε την πιο
μοντέρνα μουσική.
Παντού μπορούσες να δεις τάφους ανοιχτούς που χάσκανε άδειοι καθώς το Νέο πλησίαζε
την πρωτεύουσα.
Ολόγυρα στέκανε όσοι εμπνέονταν από τον τρόμο, κραυγάζοντας: Φτάνει Το Νέο, το
Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο, γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς! Κι αυτοί που
ακούγανε, τίποτα άλλο δεν ακούγανε από τις κραυγές τους,
Μα αυτοί που βλέπανε, βλέπανε αυτά που δεν φωνάζονταν.
Έτσι το Παλιό έκανε την εμφάνισή του σε Νέο μασκαρεμένο,μα εφερε το Νέο μαζι του στην
θριαμβευτικη του κατοχη να το παρουσιάσει σαν Παλιό.
Το νέο βάδιζε αλυσοδεμένο και ντυμένο με κουρέλια.
Αποκαλύπτονταν τα θεσπέσια μέλη του.
Κι η πομπή συνέχιζε να προχωράει μες τη νύχτα, μα αυτό που πήρανε για χάραμα ήταν το
φως απ’ τις φωτιές στον ουρανό. Και η κραυγή: Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο,
χαιρετήστε το Νέο, γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Πιο εύκολα θα ακουγότανε, αν όλα δεν είχανε πνιγεί μες τις ομοβροντίες των όπλων.


Δίσκος:
Pornostroika Dadaifi  - Το τελευταίο εξπρές απο την Τροία (2002)

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Αγκάθινο Στεφάνι

Στ' ουρανού τα όνειρα θα κοιμηθώ...
Αποτέλεσμα εικόνας για αγκαθινο στεφανι
Στο πέτο μ' ένα αγκάθινο στεφάνι
κρατάς το γέλιο μου στυφό
κι η αγκαλιά σου αυγερινό φεγγάρι
μέσα στη νύχτα κρέμεται χλωμό

Ο ύπνος μια μέρα θα με πάρει
στ' ουρανού τα όνειρα θα κοιμηθώ
μαζί σαν φίλοι θα σμίξουμε και πάλι
Αχ! Θε μου πόσο σ' αγαπώ !


Ελούλ Χρήστος

Ο μύθος μας

Ο λόγος του Όμηρου μας ξέρει...
Αποτέλεσμα εικόνας για Ο μύθος μας
 
Ο μύθος σου με πελαγίζει
κομψό Αιγαίο με χαρίζει,
την Αμοργό με τις σειρήνες
μία Ελένη στις Μυκήνες.

Εννιά ωδές, εννιά οι Μούσες
τον μύθο μου μελοποιούσες,
οι μουσικές μας αντηχούνε
και τον Απόλλωνα υμνούνε

Ο μύθος μας με φως, μας ραίνει
πανσέληνος που μας τρελαίνει,
μέθυσος μέθη, μας μεθάει
σε κομματιάζει, με διαλάει.

Μας φυγάδεψε στον μύθο
των θεών τον ιερό,
και μας λάξευσε στο λίθο
της ζωής τον πορφυρό.

Ο μύθος μας, μύθος θα μένει
άναρχος φλόγα φλογισμένη.


Έρως Θεός μάς αληθεύει
κάπου με ζει, κάπου θα σ' εύρει,
μας εταξίδευε ωραία
κάποια Αργώ κάποια ιδέα.

Η μορφή μου ερωμένη
στους Δελφούς εξαγνισμένη,
η μορφή σου ηρωίδα
στ' Αχιλλέα την ασπίδα.

Γύρευαν σε εφτά πλειάδες
μ' αναζητούν μικρές Κυκλάδες
ο λόγος του Όμηρου μας ξέρει
ψηλά σ' Ολύμπιο λημέρι.

Μας φυγάδεψε στον μύθο
των θεών τον ιερό,
και μας λάξευσε στο λίθο
της ζωής τον πορφυρό.

Ο μύθος μας, μύθος θα μένει
άναρχος φλόγα φλογισμένη.



Παντελής Τσικούρογλου

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

"Πάει να πει νοιάζουμαι"

Δεν γεννιούνταν ο Χριστός τη μέρα εκείνη, όχι, δε γεννιούνταν, μαθές, παρά πέθαινε, ανάμεσα στους ανθρώπους που γιόρταζαν τη γέννησή του...
Αποτέλεσμα εικόνας για χριστουγεννα ζητιανος

"Εμένα μωρέ ο παππούς μου" είπε ο γεροεργάτης και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, να αφουγκραστούν οι σύντροφοι, "ήτονε αγράμματος, χωριάτης, μα μου πε μια κουβέντα που δεν ξέχασα ποτέ". Μισοτρελαμένο τον είχαν όλοι του σογιού, πως τον τρέζανε το γηραθειό και η αρρώστια, μα εγώ ήξερα, το μυαλό του ήταν ακόμα φωτιά αναμμένη. 

Ένα μεσημέρι καθόμασταν στην αυλή του χιλιογκρεμισμένου απο την Τουρκιά και χιλιοξαναχτισμένου σπιτιού του. Καλοκαίρι, κάψα πολλή. Δεν είχαμε ανάγκη κανένα, μόνο ένα μπουκάλι κρύο νερό, δύο ποτήρια και ασκιανό ίσα ίσα να μας χωρά. Ήμουν ακόμη μικρός, δε θα μουν 10 χρόνων, και μάχουνταν όλοι να με κάμουν άνθρωπο -μη με κοιτάτε τώρα, που γίνηκα εργάτης. 

Τούτος λοιπόν ο παμπόνηρος με ρώτησε τη μέρα εκείνη: "Μανιό μου, ξέρεις τι πάει να πει άνθρωπος;" "άνθρωπος," του απάντησα με σιγουριά, γιατί τούτο μας είχε μάθει στο σκολείο ο δάσκαλος, "πάει να πει αυτός που σκέφτεται". "Λάθος Μανιό" ,μου πε με άνεση και χαμογέλασε κάτω από τα πυκνά μουστάκια. Μου ρθε να βάλω τα γέλια. Πώς μπορεί ο αναλφάβητος ετούτος να τα βάνει με το σπουδαγμένο κ.Γεωργιλάκη; " Εμάς παππού, ο δάσκαλος μας στο σκολειό, ο γραμματισμένος , ο σπουδαγμένος, αυτά μας λέει για τον άνθρωπο. Ψέματα λέει;" ρώτησα όλο περιγέλιο. "Ψέματα λέει, ανάθεμα τον ",φώναξε," ψέματα!" και σήκωσε τη γροθιά αψηλά, σα να καταριούνταν τους δασκάλους, τους γραμματισμένους και τους σπουδαγμένους. "Άνθρωπος, μικιό, και να το θυμάσαι καλά, άνθρωπος πάει να πει αυτός που νοιάζεται!" 

Που ξανακούστηκε τέτοιος ορισμός! Δεν μπορούσα να καταλάβω τη σιγουριά του σαρακοφαγωμένου χειλιού όταν μου πρόφερε τη λέξη. Τόσοι και τόσοι διανοούμενοι μάχουνται αιώνες να βρουν μιαν εξήγηση για το μυστήριο που το λένε άνθρωπο, και έρχεται αυτός, με απλότητα, με θυμό μάλιστα να φωνάζει και να λέει «πάει να πει νοιάζουμαι». Εε όχι!
Περιγέλασα πολύ το λόγο ετούτον, κρύφτηκε ευτύς, αξεδιάλυτος, στα πιο αψηλά ράφια του νου μου.

Μεγάλωσα, δεν τα βρήκα με τα γράμματα, είχε ένα γνωστό ο πατέρας μου που δούλευε σε φάμπρικα, με τα σούρτα φέρτα με βάλανε μέσα. Αγάπησα μιαν οβραία, την πήρα γυναίκα μου, ζύμωσα τα σπλάχνα της και έβγαλα δυο γιους. Όλα πηγαίνανε καλά. Έβγαζα καλό μεροκάματο απ τη φάμπρικα, δούλευε και η Γιάβα - έτσι τη λέγανε, θεός συχωρεστη - στα πλούσια σκαλοπάτια και τα γυάλιζε, δόξα σοι ο θεός, καλοπλερωτής το αφεντικό, παράπονο δεν είχαμε, η ζωή μας χαμογελούσε. 

Πλησιάζανε Χριστούγεννα, Δεκέμβρης μήνας, και στα Χανιά έπιασε ο παγετός την πιο λευκή μπογιά του και πήρε να βάφει αυλές, ταράτσες, μιναρέδες και εκκλησιές. Ο δρόμος γεμάτος ανθρώπους, εκστασιασμένους, να παίζουν με το χιόνι, να ανταλλάζουν ένα καλό λόγο, και να γελούνε δυνατά. Γεννιούνταν μαθές, τον καιρό εκείνο ο Χριστός, χαρά μεγάλη Θεού και ανθρώπου. Νιώθαμε όλοι το Χριστό να ζεσταίνεται στη φάτνη-την καρδιά μας- και να μας χαμογελά. 

Προχωρούσα και γω, όλο χαρά, όλο πνέμα γιορτινό στα χανιώτικα σοκάκια και γύριζα από τα ψουνίσματα. Και τι δεν είχα παρμένο! Πρωί πρωί σηκώθηκα και πήγα στον κουρέα, ξούρισα τ απεριποίητα γένια, στον κρεοπώλη για το γουρουνόπουλο, στο μανάβικο για καρότα, κουκουνάρια και ρύζι, να γεμίσει η γυναίκα το κρέας-κιας μη γιόρταζε η παντέρμη το Χριστό-χαλβά φρέσκο από τα Φάρσαλα και κάθε λογής λιχουδιά. Και θα άνοιγα το παλιό κρασί από το χωριό, να πιούμε με τους γειτόνους. 

Σταμάτησε, περιεργάστηκε με το βλέμμα του τον καφενέ, ύστερα εμάς, έναν έναν, εμπιστευτικά να να θελε να μας πει μεγάλο μυστικό. Κατέβασε μονοκοπανιά το ποτήρι τη ρακή και συνέχισε "Προχωρούσα ήρεμος, λίγο κρυωμένος, μα ευτυχισμένος, χαρά θεού, έγνοια καμία, σα να χε η αδικία ολότελα αφανιστεί από τη γης. Μα ξάφνου, ανάμεσα στα γελαστά κι άνεγνοιαστα πρόσωπα, ξέκρινα σε μια γωνιά του δρόμου, σκελεθρωμένο, κουρελιασμένο, ένα παιδί να κάθεται και να κοιτάζει κάτω οθε το χιόνι και να τρέμει. 

Ένα άδειο κουτί σπίρτα ήταν ανοιχτό ζερβά του, και γύρω του σκόρπια σπίρτα, αλλά σπασμένα, άλλα καμένα και είχε σηκώσει με τα μελανιασμένα από το κρύο δάχτυλα του μιαν ασημένια κούπα και ζητιάνευε και μες στη χαρά τους ο κόσμος και ο Θεός δεν το βλέπανε. Αόρατο κειτούνταν και με αδύναμη φωνή παρακαλούσε, μα τα γέλια μαθές και τα τραγούδια ήταν πολύ δυνατά, δεν έφτανε η φωνή του".

Σταμάτησε πάλι, ανακράτησε ένα λυγμό, σκούπισε θυμωμένος το μάγουλο του και συνέχισε. "Ο Θεός να με συγχωρέσει, τα χασα, τρόμαξα, δεν ήξερα τι να κάνω, του πέταξα βιαστικά μια δεκάρα και έφυγα. "Ελέησα το φτωχό" σκέφτηκα ο τιποτένιος, "έκαμα το χρέος μου". Γύρισα στο σπίτι, ετοιμάσαμε το τραπέζι, ήρθαν οι γειτόνοι, φάγαμε, ήπιαμε, ζεσταθήκαμε, μας πήρε γλυκύς ο ύπνος. 

Την άλλη μέρα περνούσα από το ίδιο μέρος να δω τι απόγινε το ζητιανάκι. Μα σαν έφτασα σκίστηκε η καρδιά μου. Είχε γύρει το κεφαλάκι του προς τα πίσω, τα μάτια του είχαν μείνει ανοιχτά να κοιτούνε το γαλανό πια ουρανό, και τα χέρια του κοκαλωμένα, ακόμα με την κούπα περιπλεμένη στα πετρωμένα δάχτυλα και δύο τρεις δεκάρες μέσα. το χε βάψει κι αυτό ο παγετός κάτασπρο. Απογύρισα το βλέμμα μου να μη βλέπω.

Αυτό θα πει Χριστούγεννα; Που 'τανε ο Θεός; που ο άνθρωπος; Δεν γεννιούνταν ο Χριστός τη μέρα εκείνη, όχι, δε γεννιούνταν, μαθές, παρά πέθαινε, ανάμεσα στους ανθρώπους που γιόρταζαν τη γέννησή του, μες στα κουρέλια, ζητιανόπουλο, γιατί κανείς πιστός δε βρέθηκε να τον πάρει απ το παγετωμένο χέρι και να τον μπάσει στο σπίτι του.Πώς θα μπορούσα να αντικρίσω πια τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου, τον κόσμο και να μαι ξέγνοιαστος;"

"Εγώ φταίω εγώ, εγώ!" Έλεγε και ξανάλεγε και άλλο δεν μπορούσε να ξεστομίσει. Δεν μπορούσε πια να βαστάξει τα κλάματα, άρχισε σιγά, σπαραχτικά να γρυλίζει και να τραβά, όλο μίσος τα ψαρά λιγοστά πια μαλλιά του. Ντραπήκαμε κι εμείς, χαμηλώσαμε το βλέμμα χάμω. Έχει αποτύχει ο άνθρωπος, σκέφτηκα και δέθηκε ο λαιμός μου κόμπος. Όταν συνήφερε ξανάπε:" άνθρωπος πάει να πει νοιάζουμαι" και πια δε μεταμίλησε.


Νίκος Σφηνιάς

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Τα πάντα μιλούν

 Πώς να χωρέσει μια σπηλιά τον ουρανό...
 Αποτέλεσμα εικόνας για χριστουγεννιατικες βυζαντινες εικονες

Εσύ γεννιέσαι και τον κόσμου γεννάς
Εσύ πεθαίνεις και τον κόσμο αγκαλιάζεις
Είναι το αστέρι σου το δάκρυ της χαράς
Κι όταν βραδιάζω πάντα μέσα μου χαράζεις

Τα πάντα μιλούν
και μου μιλούν για σένα
Τα πάντα μεθούν
και όλα γίνονται ένα

Πώς να χωρέσει μια σπηλιά τον ουρανό
Πώς να χωρέσει τον Αχώρητο η χώρα
Έγινε βρέφος ο παλιός των ημερών
Κι όλα καινούρια γίναν γίναν γύρω μας πια τώρα


Γιώργος Γκρίλης

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Δανάη

Κι αν σε μαλώνει ο καιρός να κοινωνάς μόνο το φως...


Στίχοι: Χρυσούλα Διπλάρη
Μουσική: William Surigos
Ερμηνεία: William Surigos 


Ένα καιρό και μια φορά
Στα παραμύθια τα παλιά
Μία πριγκίπισσα μικρή
Λούζεται σε χρυσή βροχή.

Απλώνει ρίζες και κλωνιά
Βαμμένα κόκκινα μαλλιά
Ζωγραφιστά φτερά η ψυχή
Αλλά σκοντάφτει στη ζωή...

Παίζει, ονειρεύεται, γελάει 
Πέφτει, σηκώνεται, πονάει 
Τριάντα κιόλας η Δανάη... 

Κι αν σε μαλώνει ο καιρός
Να κοινωνάς μόνο το φως
Πέτα ψυχή μου κι ας φυσάει
Είσαι η πριγκίπισσα Δανάη...

Μία φορά κι έναν καιρό
Ίσως αλλού, ίσως εδώ
Στην άκρη του παραμυθιού
Στη μέση άγριου καιρού...

Πέφτει, σηκώνεται, πονάει, 
Ανοίγει τα φτερά, πετάει 
Πάνω στον Πήγασο η Δανάη...

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Πολύχρωμες Zακέτες

Το μόνο δώρο τώρα πια που απ’ τα Χριστούγεννα ζητώ… 


Στίχοι: Αθηνά Σπανού
Μουσική: Γρηγόρης Πολύζος
Ερμηνεία: Πολυξένη Καράκογλου


Να γίνω σκόνη που ο αέρας παντού τη σκορπάει
Στο παραμύθι ο ήρωας που πάντα νικάει
Σε ένα βράδυ όλο τον κόσμο να τον κατακτήσω
Με ένα χάδι ένα θαύμα απόψε να ζήσω…

Για μια στιγμή μέσα στο χρόνο να νικήσω
Με τα φτερά που’χω σμιλέψει να γυρίσω
Και να μικρύνω να χωράω σ’ όλες τις τσέπες
Μες τις δικές σου τις πολύχρωμες ζακέτες…

Κοντά σου μαμά να βρεθώ…
Το μόνο δώρο τώρα πια που απ’ τα Χριστούγεννα ζητώ…

Να γίνω πάλι ένα παιδί που όνειρα κάνει
Κλείνει τα μάτια κι ότι πιστεύει μπορεί και το φτάνει
Σε μια παλάμη ο,τι έχω ζήσει γραμμές πια μετράει
Σε μια ρυτίδα το άγγιγμα σου απόψε χωράει…

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Δάκρυ

 Μη περιμένεις να σε βρει το κάρμα του ηφαιστείου. Θα σε πλανά ο στρόβιλος της ξεχασμένης γης...
Αποτέλεσμα εικόνας για δακρυσμενα ματια

Θρηνολογώ τον ύμνο μου μες στης ζωής τον ξύπνιο μου και νευροξυπνώ το κύμα της
αγριεμένης μου ορφάνιας στον πηγεμό του πουθενά. Δεν θέλω χάρες ψεύτικες τοξίνες πλανεμένες που κλέβουν από τις στιγμές στο δειλινό γερμένες. Θέλω καθάρια όνειρα, έχω αυλοπορεία που φτάνει πέρα απ την αυγή ξημέρωμα αγγέλων.
Πάνω στη σχάση τ΄ ουρανού πελέκησα το ουρλιαχτό του μίσους.
Γεράκι αν δεν γεννήθηκες στου αετού τη νιότη μη περιμένεις μάταια ανθρώπου συλλογή. Τα πληγωμένα σου φτερά δεν θα μπορούν ν΄ αντέξουν το ράγισμα του δειλινού σε άλλους… ουρανούς. Μη περιμένεις να σε βρει το κάρμα του ηφαιστείου .
Θα σε πλανά ο στρόβιλος της ξεχασμένης γης. Θα ΄ρθει η κατάρα να σε βρει και θα χαλάσεις τη γιορτή τη δήθεν τη στημένη.
Μα πάλι το δηλητήριο θα΄ρθει να σε λυτρώσει ν' αντέξεις το χαμόγελο που σέρνεις στη …φυγή.


Δήμητρα Nortigo

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Συνείδηση



Έμοιαζε σαν εκκλησία χωρίς πιστούς... Αναδύεται τώρα ξανά από τη λησμονιά...
 Αποτέλεσμα εικόνας για συνειδηση


Συνείδηση των πράξεων επίγνωση
Η έννοια της βαθιά χαμένη τώρα κάπου στη λήθη
Ασήκωτο το βάρος της στου κάθε ανθρώπου τη ζήση

Θεωρίες πολλές και μελέτες ψάχνουν γι’ αυτή
Τη βγάζουν από τη σκόνη και τις αράχνες που είχε συντροφιά
Έμοιαζε σαν εκκλησία χωρίς πιστούς
Αναδύεται τώρα ξανά από τη λησμονιά

Κάποιοι δε τη θέλουν είναι  επικίνδυνη λένε πολλοί
Τι θέλουν στο πυρ και στην άβυσσο
Είναι στο υποσυνείδητο όμως κι έρχεται χωρίς να σε σκεφτεί
Τύψεις κουβαλάει σε ένα πόλεμο άνισο

Μοιάζει με στοιχειωμένο σπίτι που μέσα του πετούν οι Ερινύες
Σε βαθύ πηγάδι τη θέλουν ερμητικά κλειστό
Δε μπορεί να ξεφύγει κανείς  όμως από το βάσανο αυτό
Γιατί θέλει από σένανε θυσίες

Θα έρθει την ώρα που δε θα το περιμένεις
Η καμπάνα της θα χτυπήσει στη φρίκη της στιγμής
Τότε πρέπει να σκεφτείς τι έκανα τότε, τι κάνω τώρα

Αν την απεμπολήσεις θα βρεθείς στο χείλος του γκρεμού
Πνιχτή κραυγή θα γίνει στα όνειρα σου
Και λαβύρινθος χωρίς  ελπίδα επιστροφής
Θα σε στήσει στο ικρίωμα και θα ακούς τις ιαχές του όχλου
Γι’ αυτό πάψε να την αγνοείς ,είναι κάτι δικό σου και πρέπει να το πολεμήσεις

Γιατί είναι φορτίο ασήκωτο και θα σε λυγίσει
Μέχρι και τους κραταιούς ώμους του Άτλαντα θα μπορούσε να συντρίψει
Γι ‘αυτό ανάσυρε τη από τη λήθη και θα δεις η ψυχή σου θ`ανανήψει.


Αντώνης Μινάρδος
(Από την ποιητική συλλογή 'Φανέρωση ψυχής')



               

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Λατρευτό μου ρόδο

Μα στίχους γράφω όμορφους γι’ αυτό θα σε κερδίσω...
Αποτέλεσμα εικόνας για Αγαπη τριανταφυλλο


Είμαι με σε γοητευμένος
Σφόδρα όπως λεν ερωτευμένος
Μου΄δειξες τη χάρη σου
Θέλω την αγάπη σου
Αχ μικρή μου περιστέρα
Για σε όλα τα πάθη μου τώρα τα κάνω πέρα

Άμα δε σε δω έστω και μια στιγμή αγωνιώ
Νομίζω ότι χάνω το μυαλό
Σε σκέφτομαι να ράβεις με τα μικρά σου δαχτυλάκια
Κι εγώ να σου στέλνω μικρή μου χίλια και δυό φιλάκια
Ζωγράφος ήθελα να ήμουν να σε απαθανατίσω
Μα στίχους γράφω όμορφους γι’αυτό θα σε κερδίσω

Λαμπερό χρυσό μου αστέρι
Το θεό παρακαλώ κοντά μου να σε φέρει
Έλα και μην αργείς γλυκιά μου οπτασία
Το ξέρεις πως εγώ για σένα γίνομαι θυσία
Και να μου στέλνεις μήνυμα να σε περιμένω στην πλατεία
Και γω πετώ στα ουράνια από την ευτυχία

Και από τότε περπατάμε τη ζωή μας χέρι χέρι
Έχουμε το δικό μας αστέρι
Μια μεγάλη αγκαλιά ένα φιλί και ένα χάδι
Κι η κάθε μέρα μας  με όνειρο μοιάζει
Κι εγώ κάθομαι με τις ώρες να σε καμαρώνω
Όμορφο λατρευτό μου ρόδο.

Αχ λατρευτό μου ρόδο, αχ λατρευτό μου ρόδο.




ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΝΑΡΔΟΣ
Από την Ποιητική Συλλογή 'Όνειρα Ερωτικά'